Στον Βασίλη Ρούβαλη για τις "Χοντρές Κυρίες"

Ο Δημήτρης Κάσσαρης κινείται -με άνεση- μεταξύ της όπερας και του παιδικού παραμυθιού. Μόνιμος συνεργάτης-τραγουδιστής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και συγγραφέας ικανού αριθμού βιβλίων, που απευθύνονται στις μικρές ηλικίες, νιώθει ότι έχει πολλά ερεθίσματα για να συνδυάζει και τα δύο.

«Για έναν άνθρωπο της καλής μουσικής, όπως θα διευκρίνιζα εγώ, κι ακόμη για έναν ανήσυχο καλλιτέχνη που βιώνει την άχρωμη πραγματικότητα, τα ερεθίσματα “κοχλάζουν” μέσα του», εξηγεί. Οσο κι αν φαίνεται παράξενος ο συνδυασμός, ισχυρίζεται ότι στην περίπτωσή του, «τον τραγουδιστή-μουσικό που γράφει παιδικά βιβλία», η σχέση ξεκίνησε από την εφηβεία και παραμένει εφηβική. «Οταν πρωτοδονήθηκα από τα “Κάρμινα Μπουράνα”, κλείστηκα σ’ ένα δωμάτιο, άναψα ένα κερί κι άρχισα να γράφω. Ο απόηχος εκείνης της πρώτης ακρόασης-συγγραφής με διακατέχει από τότε», λέει.

Το πιο πρόσφατο βιβλίο του, «Οι χοντρές κυρίες» (εικονογράφηση: Λήδα Βαρβαρούση, στις εκδόσεις «Κέδρος»), τιμήθηκε με έπαινο από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου. Δεν κρύβει την ικανοποίησή του λέγοντας ότι…απλώς νιώθω χαρά που κάνω ό,τι κάνω με κέφι κι αγάπη, όπως άλλωστε συμβαίνει με τη μουσική και το τραγούδι. Νιώθω τυχερός για αυτό το χάρισμα και που μέσα απ’αυτό, ζω τις μεγαλύτερες συγκινήσεις…στιγμές από δάκρια, γέλιο, ενθουσιασμό, αλλά και από τη χαρά στα μάτια των παιδιών, νά’ χουν τον συγγραφέα του βιβλίου τους μπροστά τους…Φράσεις όπως…”αξέχαστο θα μου μείνει το παραμύθι σας, κύριε”, που μου λένε συχνά παιδιά σε παρουσιάσεις βιβλίων μου, είναι από τις ωραιότερες στιγμές ενός συγγραφέα παιδικών βιβλίων.

«Απαιτείται, λοιπόν, από έναν συγγραφέα παραμυθιών η ευεξία, η αισιοδοξία, το χιούμορ, να διατρέχουν τις σελίδες μέσα από έναν λιτό κι απέριττο λόγο, με σωστό χειρισμό της γλώσσας και αποφυγή διδακτισμού», ενώ επισημαίνει ότι «ο ίδιος ο συγγραφέας πρέπει να πηγαίνει κοντά στα παιδιά και αν είναι και καλός αφηγητής, να τα ενεργοποιεί μέσα από την δημιουργική δράση».

– Θεωρείτε ότι το παιδικό βιβλίο στην Ελλάδα είναι σε επίπεδο ανταγωνιστικό σε σχέση μ’ άλλες χώρες που έχουν παράδοση στο είδος;

«Η Ελλάδα είναι αδύνατο ν’ ανταγωνιστεί χώρες με αρχέγονη παράδοση στα παραμύθια και στους θρύλους, όπως οι χώρες της Ανατολής για παράδειγμα. Συγκεκριμένα στην Κίνα, όπου το παραμύθι είναι συνυφασμένο με τη μακραίωνη Ιστορία της, ζουν -εκτός από τους Κινέζους- άλλοι 54 λαοί που ο καθένας διαθέτει τον δικό του αστείρευτο πλούτο παραμυθιών».

-Υπάρχει όμως στα καθ’ ημάς η αστείρευτη ελληνική μυθολογία, που είναι αρκετά υπολογίσιμη…

«Πράγματι, η Ελλάδα μπορεί να σταθεί περήφανη απέναντι από πολλές άλλες χώρες, όπως της Ευρώπης, που δεν διαθέτουν έναν Ομηρο με τα δύο παλαιότερα παραμύθια-έπη που έχουν γραφτεί, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Από τον Ομηρο ξεκινά η ελληνική λογοτεχνία. Η ελληνική μυθολογία, οι μύθοι του Αισώπου και η κατά τόπους ιδιωματική αφήγηση έθρεψαν ανά τους αιώνες και δημιούργησαν τη λαϊκή ζωντανή παράδοση. Εκεί βασίστηκαν και οι μετέπειτα δημιουργοί της νεανικής λογοτεχνίας, όπως η Πηνελόπη Δέλτα, ο Γρηγόρης Ξενόπουλος, η Ελλη Αλεξίου και άλλοι άξιοι θεμελιωτές της νέας εποχής της νεανικής λογοτεχνίας».
Θεωρεί, πάντως, ότι η συγγραφή ενός παραμυθιού είναι απαιτητική, χρειάζεται φαντασία και αφηγηματικές τεχνικές ώστε να προσελκύει τους λιλιπούτειους αναγνώστες.


Πόσο ερευνητές είστε;

Η έρευνα, η αναζήτηση, έχουν τις ρίζες τους βαθειά στο δέντρο τής περιέργειας. Οι καρποί, τα αποτελέσματα, βγαίνουν κάποτε ολάνθιστα στα φουντωμένα κλαριά της γνώσης. Ο Αινστάιν έλεγε: «Δεν έχω ιδιαίτερα ταλέντα. Απλώς είμαι εξαιρετικά περίεργος».

Υπήρξε άραγε άνθρωπος που σήκωσε τα μάτια του στ’αστέρια και δεν αναρωτήθηκε για την ύπαρξη ζωής οποιασδήποτε μορφής σε κάποιον άλλον πλανήτη; Υπήρξε άνθρωπος που δεν συγκλονίστηκε όταν πρωτοέμαθε ότι η ακτινοβολία των ουρανίων σωμάτων φτάνει ως εμάς σαν ένα φως από το παρελθόν;

Όπως περιγράφει και ο καθηγητής Γιώργος Γραμματικάκης στο βιβλίο του «Η Κόμη της Βερενίκης» : «Η ακτινοβολία αυτή είναι το φως που αποδεσμεύθηκε από την ύλη δισσεκατομμύρια χρόνια πριν και φτάνει σήμερα σε μας – ένα είδος απολιθώματος από το παρελθόν – από μακρινές περιοχές του Σύμπαντος. ΄Όπως η ζέστη σ’ένα σβησμένο τζάκι πιστοποιεί την ύπαρξη μιας λαμπρότατης φωτιάς στο παρελθόν».

Πιστεύω ότι ερευνητές γινόμαστε από τους μήνες της κυοφορίας μας, όταν ξαφνικά σαλεύοντας μέσα από τη μητρική κύστη, είναι σα να χτυπάμε την πόρτα του κόσμου, θέτοντας το πρώτο-πρώτο μας ερώτημα: «Ε, εσείς, τι είναι εκεί έξω»; Αυτό το ερώτημα δεν παύει να μας διακατέχει ώσπου εκεί που ανακαλύπτουμε πράγματα και θαύματα, απανωτές χιονοστιβάδες από νέα ερωτηματικά, αμφισβητήσεις και αναιρέσεις, έρχονται και μας περιλούζουν.

Τότε ίσως είναι και η στιγμή που το πρώτο εκείνο ερώτημα «Ε, εσείς, τι είναι εκεί έξω»; Μετατρέπεται σε «Ε, εγώ, ποιος είμαι εδώ μέσα»;.

 

Για να απαντήσω λοιπόν στο πολύ θεμελιώδες ερώτημά σας, μετά από εμπεριστατωμένες έρευνες ετών, η ταπεινότητά μου καταλήγει στο συμπέρασμα του μεγάλου αρχαίου φιλόσοφου Σωκράτη «εν οίδα, ότι ουδέν οίδα». Αυτό, για τα μεγάλα ζητήματα, τα βαθειά και πολύπλοκα. Γιατί για τα απλά, μικρά, όσο και σπουδαία, που κλείνουν μέσα τους όλο το θαύμα της ζωής, σας παραπέμπω σε μια άλλη φράση από το ποίημα «Αξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη: «Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας»!

Δημοσιεύτηκε στην ένθετη εφημερίδα  ‘’Ερευνητές’’ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ στις 9-4-2005