Για την ΕΡΤ

Περιμένοντας την κρίσιμη μέρα, την συνάντηση της Δευτέρας… Εχθές, 14/6, όλες οι Ελληνικές Ορχήστρες και Χορωδίες, ξετύλιξαν μεγαλειώδεις μουσικές του ρεπερτορίου τους. Απολαμβάνοντας τους συναδέλφους μου τραγουδιστές, χορωδούς, μουσικούς, να βάζουν ψυχούλα στην κάθε μουσική και ποιητική φράση, τα δάκρυα των φίλων μου χορωδών στον Εθνικό ύμνο, οι ορχήστρες να εναλλάσονται στο ιστορικό στούντιο C, η ανατριχίλα, η συγκίνηση, το δάκρυ, ήταν εκεί, μαζί με τον κόσμο εντός και εκτός του ραδιομεγάρου, με τις διαφορετικές ποικίλες μουσικές, τα ζευγάρια που χόρευαν στο “άρωμα γυναίκας” , τα ερωτευμένα νέα παιδιά στο γρασίδι, αλλά και ο Παλμός μιας ενωτικής σύναξης για το κοινό καλό.

Ήταν εκεί και ο Μάνος Χατζιδάκης μας κοιτούσε από μια γωνιά και τον προσκάλεσα να κάνει τον κόπο να έρθει και την Κυριακή που θα τραγουδήσω κι εγώ.

Για την ιστορία, η πρώτη μου συστηματική και καθημερινή ακρόαση ραδιοφωνικής εκπομπής ήταν σε εμπορικό καράβι όπου ως έφηβος, ναυτόπαις, μπαρκαρισμένος τα καλοκαίρια με ναυτικό φυλάδιο, παρακολουθούσα τον καπετάνιο πατέρα μου σκυμένο επάνω από το ασύρματο ραδιοτηλέφωνο τότε, να συντονίζει την βελόνα σε συγκεκριμένη συχνότητα της ΕΡΑ για να ακούσει…”Δελτίο καιρού και οδηγίες για τους ναυτιλομένους” και την “Φωνή της Ελλάδας”, με ελληνικά τραγούδια και ειδήσεις. Εκεί κι εγώ νυχτερινή βάρδια στο τιμόνι, ένιωσα τη συντροφιά ενός μέσου χρήσιμου και ψυχαγωγικού. Τώρα, αυτό το μαύρο στην ΕΡΤ, σαν νάπεσε στα παιδικά μας χρόνια τότε που περιμέναμε με ανυπομονησία ν’ακούσουμε και να δούμε τις τόσες και καλές εκπομπές της ΕΡΤ, τις ταινίες, τα αθλητικά, τα ντοκιμαντέρ, τα τραγούδια και τις μουσικές και τον λόγο όλων των μεγάλων Ελλήνων δημιουργών που μας ανάθρεψαν προβάλλοντας τα έργα τους. Μαύρο και στο σήμερα της ψηφιακής εποχής ενός πολύτιμου και μεγαλειώδους Πολιτισμικού αρχείου γεμάτου Ελλλάδα που με τίποτα δεν πρέπει να χαθεί. 

Ο Ενεργός Πολίτης, δεν έχει να κάνει με κομματική εκλογή αλλά με Πολιτική πράξη, αφού η λέξη “πολιτικός” έχει χάσει πλέον την πραγματική της σημασία και αποτελεί όπως αποδείχθηκε μέσον κοινωνικής-υλικής καταξίωσης και ατομικού πλουτισμού. Κανείς δεν επιθυμεί έναν άρρωστο οργανισμό και να τον πληρώνει από πάνω, δεν ρίχνεις όμως μαύρο και τελείωσε, γιατί τότε θα πρέπει να ρίξεις μαύρο και να κλείσεις και πάρα πολλούς άλλους κρατικούς.

Μήπως αυτό το μαύρο πρέπει κάποια στιγμή να πέσει σ’ αυτούς τους ίδιους, “τους Μαυρογιαλούρους”, που διαμόρφωσαν τις συνθήκες για τόσες προβληματικές επιχειρήσεις; Με πρώτη προβληματική απ’ όλες την επιχείρηση που λέγεται Χώρα Ελλάδα;  Πόσο ακόμα θα είμαστε θεατές του παράλογου; της διαφθοράς των καταχραστών του δημοσίου χρήματος, εντός και εκτός Κορυδαλλού; φτάνοντας στην αντίστροφη μέτρηση της ύπαρξης της αξιοπρέπειας των εργαζομένων, ώσπου να φτάσουμε στο ανήκουστο και απαράδεκτο εδώ, του κλεισίματος του σπιτιού όλων των απανταχού Ελλήνων; Το μαύρο στην οθόνη της ΕΡΤ, είναι μαύρο στην καρδιά της Ελλάδας που αργοσβήνει, είναι μαύρο στην ψυχή και στο μυαλό, μια φτησιά πάνω στη λέξη Δημοκρατία…θα κάνουμε κάποτε κάτι για αυτή την αιώνια παρακμή; 

Δημ.Κάσσαρης,  Ιούνιος 2013, Ιnternet, “Εφημ.Συντακτών”


Στο "Ποιητές και Λογοτέχνες"

ΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΣΣΑΡΗ
ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΣΕΛΙΔΑ «ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ»

Πρώτα απ’ όλα θα ήθελα να ευχαριστήσω εσάς κυρία Χατζή, καθώς και τους συνεργάτες σας, για το ενδιαφέρον σας σχετικά με την δική μου ποίηση. Το βιβλίο μου, ΑΛΛΙΩΣ, που κυκλοφόρησε τον Μάϊο του 2012, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, είναι η πρώτη μου ποιητική δουλειά, ύστερα από 7 βιβλία μου για παιδιά και για εφήβους καθώς και στίχους τραγουδιών που έχουν εκδοθεί. Όπως είχα πει και στην πρώτη παρουσίαση του ΑΛΛΙΩΣ, η σχέση μου με την ποίηση δεν είναι ξαφνική ούτε χωρίς αιτία. Ξεκινάει ως εσωτερική ανάγκη κάπου στην εφηβεία και είναι απόρροια βιωμάτων, μαζί με τις ανησυχίες της εποχής που με «ξεκίνησαν»… Σαίξπηρ, Καβάφης, Καρυωτάκης και “Γράμμα σε ένα νέο ποιητή του Ρίλκε” πρώτα μουσικά ακούσματα, Μπιτλς και «Άγιος Φεβρουάριος» του Μούτση, κι ύστερα πιο δύσκολα ακούσματα για τα απαίδευτα εφηβικά αυτιά, οι πρώτοι δίσκοι βινυλίου «Μεγάλος Ερωτικός» Χατζιδάκι, «Τρίτη ποιητική ανθολογία» του Γ. Σπανού, αλλά και «Κάρμινα Μπουράνα» του Όρφ. Ωδείο και ναύτης τα καλοκαίρια σε εμπορικό πλοίο. Ανάμεσα σε όλα αυτά, η εικόνα του καπετάνιου πατέρα μου, ανεξίτηλη, να γράφει πεζά και ποιήματα, μεσοπέλαγα, όταν δεν είχε βάρδια και να με καλεί «Δημητράκη, έλα ν’ ακούσεις κάτι ωραίο…» Και να οι πρώτες μου απόπειρες δημιουργικής έκφρασης, ημερολογιακές σημειώσεις και υπαρξιακές σκέψεις που γεννιούνται μέσα από διάφορα διαβάσματα όπως Ασκητική Καζαντζάκη ,Μπρεχτ, κ.ά.

Κύρια πηγή έκφρασης λοιπόν θεωρώ όλα αυτά τα βιώματα που εγγράφουν και χρωματίζουν μέσα μας το εσωτερικό τοπίο, σε διαφορετικές εποχές, πρόσωπα και πράγματα, ιδέες, συγγραφείς και δάσκαλοι, κύκλοι που άνοιξαν, έκλεισαν και ξανάνοιξαν, εικόνες, ταξίδια, λάθη και παραστρατήματα, νίκες, απώλειες και απορρίψεις, και βέβαια οι ζωοδόχες μορφές της τέχνης. Όλα αυτά διαμόρφωσαν και έδεσαν ετούτο τον καλλιτέχνη σε ένα κοινωνικά και πολιτικά ευαισθητοποιημένο άτομο, γιατί δεν γίνεται αλλιώς…

Όσον αφορά στις δυσκολίες της ποιητικής τέχνης, θα είμαι πιο σύντομος, αφού δεν θεωρώ και τόσο αρμόδιο τον εαυτό μου για να απαντήσω σε ένα τόσο σημαντικό και οικουμενικό ζήτημα Ωστόσο, μπορώ να μιλήσω για τις δικές μου δυσκολίες που έχουν να κάνουν με την ενασχόλησή μου με την ομοιοκατάληκτη κυρίως στιχουργία, όπου το ζητούμενο όμως είναι να έχει και ένα σημερινό βαθύτερο περιεχόμενο και ουσιαστικό λόγο ύπαρξης. Επίσης, η επιλογή κάθε λέξης μέσα από τις άπειρες παραλλαγές της γλώσσας μας, το ύφος, η μορφή, η μουσικότητα, μα και η αποφυγή των διαφόρων σκοπέλων. Σήμερα που οι περισσότεροι επαγγελματίες, αυτοαποκαλούνται και συγγραφείς, διαβάζουμε ποιήματα με ασαφείς και ασύνδετες φράσεις, άλλα ποιήματα που μιμούνται άκομψα τον Καβάφη ή την κ. Δημουλά, άλλα τζούφια σαν κενά μύγδαλα και άλλα που πλατειάζουν, σαν πουλόβερ που όσο το τραβάς ξεχειλώνει.

Ειδικά σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη χρονική περίοδο έχουμε άμεση ανάγκη από Πνευματικούς Ταγούς, Φωτισμένους διανοητές της πράξης, που να φτάνει ο λόγος τους στις καρδιές των απλών ανθρώπων του μόχθου, της απογοήτευσης και των νέων ανθρώπων, για μαζική αφύπνιση από το τέλμα που έχουμε βυθιστεί. Εννοείται έξω από κομματικές σκοπιμότητες, παρ’ όλο που είμαστε κι εμείς όλοι συνυπεύθυνοι ως πολίτες για την κατάστασή μας. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, πιστεύω ότι ειδικά ο ποιητής δεν έχει άλλη ελπίδα από μια καρδιά που θα την κάνει ν’ ανοίξει τα φύλλα της κι εκεί μέσα θάβρει ανταπόκριση ο στίχος του.

Πιστεύω οι ποιητές και όχι μόνο αυτοί, αλλά και όσοι σμιλεύουν τις ιδέες, όσοι αισθάνονται κάπου ένα αμυδρό φως και σκάβουν, όσοι συνομιλούν με το αόρατο που λέγεται πνεύμα, ενόραση και γενικά αυτοί που παιδεύονται πραγματικά για ένα υψηλότερο ιδανικό μέσα από την τέχνη τους, είναι στη σύγχρονη ζοφερή πραγματικότητα, το αντίβαρο για την ύπαρξη κοινωνικής ισορροπίας. Ίσως είναι και το έρμα για σταθερότητα στο ήδη γερμένο σκάφος των ηθικών αξιών.

Οι ιδέες που σμιλεύθηκαν από βιώματα, οι καταβολές και ο εσωτερικός κόσμος, στη δική μου την περίπτωση, άλλοτε ενεργοποιούνται για να προσαρμοσθούν στα εκφραστικά μου τεχνικά μέσα και άλλοτε βγαίνει ελεύθερος λόγος και στίχος αλήτης, ατίθασος. Ωστόσο, αν λείπουν τα στοιχειώδη, από κάπου θα μπάζει κρύο… Λογική και ισορροπία, τεχνική και ευαισθησία, μουσική αίσθηση του μέτρου, ρυθμός και πνεύμα, οικουμενικό μήνυμα και αρχιτεκτονική του στίχου, είτε προσαρμοσμένα είτε ελεύθερα, πρέπει νάναι σε απαρτία. Όμως, στη θεωρία ξέρουμε… πολλά λόγια, γιατί για νάμαι ειλικρινής, κάθε φορά μπροστά στην λευκή κόλλα ψάχνω τον συγγραφέα…

Η έμπνευση δεν φτάνει αν δεν διαθέτεις και κάποια από τα παραπάνω βασικά στοιχεία που δεν κατακτώνται αν δεν εξασκείσαι σε καθημερινή βάση. Για να φτάσω ως την έκδοση του ΑΛΛΙΩΣ, έγραψα πολλά και διαφορετικά πράγματα, έσκισα άπειρες κόλες Α4, άλλαξα ποιήματα που φορούσαν βαριά ρούχα και τα έντυσα ανάλαφρα. Την απλότητα κι εγώ αναζητώ, σύμφωνα με τις «οδηγίες» του Γιώργου Σεφέρη:
«Δεν θέλω τίποτ’ άλλο παρά να μιλήσω απλά να μου δοθεί ετούτη η χάρη. Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά βουλιάζει και την τέχνη μας την στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της. Κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί αύριο η ψυχή μας κάνει πανιά».   (*από το «ημερολόγιο καταστρώματος β΄)

Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο βιβλίο του «Μουσική για τις μάζες», γράφει γι’ αυτό το επίσης σημαντικό θέμα, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του έργου του «Επιτάφιος», που ήταν η σύζευξη του ποιητικού λόγου με την λαϊκή μουσική. Μέσα από την δωρική φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση, ο συνθέτης μίλησε στον απλό έλληνα στην δική του γλώσσα: με το λαϊκό τραγούδι. Ο δεκαπεντασύλλαβος στίχος του Γιάννη Ρίτσου, με το ιδεολογικό περιεχόμενό του, που δείχνει όλο το μεγαλείο του θρήνου της Μάνας επάνω στο σκοτωμένο παιδί της, είχε μεγάλη απήχηση στις καρδιές των ελλήνων. Ο καιρός των ελαφρών τραγουδιών γινόταν παρελθόν και άρχιζε μια νέα εποχή στην δεκαετία του ΄60. Κυρίαρχο στοιχείο λοιπόν αυτής της νέας εκπολιτιστικής επανάστασης που εγκαινιάστηκε με τον «Επιτάφιο», ήταν η ποίηση.
Σήμερα υπάρχει ο απόηχος εκείνης της εποχής και ένα μπερδεμένο κουβάρι ποικίλων πραγμάτων με αμερικανο- ιντερνετική διάλεκτο, αλλά παράλληλα και με τις νέες δυνάμεις που θα ξεπεταχτούν, το πιστεύω, μέσα από την μουσική και την ποίηση.
Όσο για το σε ποιούς απευθύνεται… η ποίηση είναι από μόνη της μια αγκαλιά ανοιχτή και περιμένει με ανοιχτά παράθυρα όποιον θάθελε να κοιτάξει τη θέα του κόσμου, μέσα από αυτά. Η ποίηση είναι πάνω από ταξικές και άλλες διαφορές, γι αυτό και υψηλή. Ταπεινά και ειλικρινά δηλώνω ότι κι εγώ την ψάχνω ακόμα. Ωστόσο, δεν με ενδιαφέρει η κλειστοφοβική συνεύρεση ποιητών που αυτοθαυμάζονται, οι λαϊκιστές, οι δήθεν που και καλά «τα χώνουν έξω απ’ τα δόντια» στους πολιτικούς, ή οι άλλοι που βουλιάζουν στο πετιμέζι με φτηνό συναίσθημα και τσαλακωμένα σεντόνια. Το προσωπικό μου ερώτημα λοιπόν είναι… αν και κατά πόσο απευθύνομαι εγώ στην ποίηση και όχι αυτή σε εμένα

Εδώ δεν ξέρω να σας απαντήσω, εκείνο που μπορώ να σας πω με σιγουριά είναι ότι είναι μια καλή γενιά, με ήθος και φιλότιμο, που αγωνίζεται, ενώ ήδη βλέπει το μέλλον της σκοτεινό, αβέβαιο. Είναι ευαίσθητοι και ευφυείς, καλλιτέχνες και τεχνολογικά καταρτισμένοι, οι αυριανές δυνάμεις, «ετοιμάζονται»… κάτι πρέπει να κάνει όμως η πολιτεία να μην τους χάσουμε.
Από την άλλη, είναι αλήθεια ότι και οι δάσκαλοι που όπως όλοι μειώνονται, μισθολογικά και ηθικά, ίσως είναι ανόρεκτοι για την δουλειά τους και λίγοι φαντάζομαι θα είναι αυτοί οι φωτισμένοι δάσκαλοι που βγάζουν έξω από την τάξη τα προβλήματά τους, ήρωες βρέξει-χιονίσει, για να μεταδώσουν το φως της ειδικότητάς τους.

Ως τώρα είχα τη χαρά να συναντήσω την Μεγάλη Ποίηση διαβάζοντας κι αποστηθίζοντας στίχους, αλλά και να συναντηθώ πραγματικά, με κάποιους μεγάλους ποιητές και ποιήτριες. Επίσης, είχα την τύχη να τους τραγουδήσω, συνεργαζόμενος με συνθέτες της έντεχνης ελληνικής μουσικής όπως ο Χρήστος Λεοντής με τα έργα του Γιάννη Ρίτσου.
Επειδή λοιπόν οι στίχοι των Ποιημάτων που με πήγαν παραπέρα κι άλλοι που με σηκώνουν ακόμα λίγο ψηλότερα από το έδαφος, είναι πάρα πολλοί, θα καταθέσω εδώ στην σελίδα σας, τιμής ένεκεν σ’ εκείνο τον έφηβο, τον στίχο από το πρώτο ποίημα που άκουσε και ήταν του Οδυσσέα Ελύτη μελοποιημένο από τον ΜάνοΧατζιδάκι : «Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως, πριν απ’ τον έρωτα έρωτας / Κι όταν σε πήρε το φιλί γυναίκα»


Κώστας Στεργιόπουλος για το "ΑΛΛΙΩΣ"

Με φιλικούς χαιρετισμούς και συγχαρητήρια για το “ΑΛΛΙΩΣ”, όπου χειρίζεστε με άνεση και ποικίλη θεματολογία τον ομοικατάληκτο στίχο, εναλλάσσοντάς τον με τον ελεύθερο. Εγκάρδια,

ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ Ποιητής, Πεζογράφος, Δοκιμιογράφος


Γιώργος Γώτης για το "ΑΛΛΙΩΣ"

Διάβασα και χάρηκα τον ρυθμό, την ειρωνία και την μελωδική λειτουργία των λέξεων σε ποιήματα όπως: “Ποίηση”, “For Sale”, “Παρακμή 2012”, “Φαντασίωση”, “Βυσσινόκηπος”, “Προσωπογραφία”, “Δύναμη”, “Μια Πέμπτη πρωί”. Ποιήματα λιτά αλλά καίρια στον στόχο τους δίχως περιττά φτιασίδια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΩΤΗΣ Ποιητής, Κριτικός


Στον Ταχυδρόμο

Βαρύτονος στην Εθνική Λυρική σκηνή, συγγραφέας βιβλίων για νέους και της ποιητικής συλλογής ΑΛΛΙΩΣ  και καθηγητής μουσικής στη μέση εκπαίδευση.

Η αγάπη μου να ψάξω, να μελετήσω και να καλλιεργήσω το όργανό μου, με οδήγησε σε μακροχρόνια σπουδή και στην πρώτη ακρόαση στη Εθνική Λυρική Σκηνή όπου προσλήφθηκα το 1994. Δεν σταμάτησα να ασκούμαι στο τραγούδι, όπως και στην κολύμβηση, δύο πράγματα που εξασκούσα από μικρός μια και τα δύο θέλουν προσπάθεια.

Τα καλοκαίρια ταξίδευα με τον πατέρα μου, που ήταν καπετάνιος. Με έπαιρνε μαζί του, για να “ψηθώ”, όπως έλεγε. Η εικόνα του, σκυφτός να γράφει στο πέλαγο, με συνοδεύει πάντα. Έγραφε κυρίως ναυτικές ιστορίες, ποιήματα και στίχους, με μια ακατέργαστη αλήθεια και συναίσθημα, ίδιο με τις θάλασσες που ταξίδευε. Εκείνη η απέραντη ανοιχτή θάλασσα, ο πατέρας μου, είναι το πρώτο και καλύτερο σεμινάριο της ζωής μου.

Απολαμβάνω εξίσου και το τραγούδι και το γράψιμο.  Ανοίγοντας και κλείνοντας κύκλους, απέφυγα να αναλωθώ…”στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινήν ανοησία”, όπως είπε ο ποιητής, δεν κόλλησα σε αυλές και ξεσκονίσματα, περπατάω ήσυχος, δημιουργικά ανήσυχος, ευτυχής και ευγνώμων. 

To τραγούδι στην όπερα απαιτεί θυσίες. Φωνητικές και ψυχοσωματικές. Καλή φυσική κατάσταση, οικονομία δυνάμεων, αγάπη για αυτό που κάνεις. Ο κόσμος της Λυρικής δεν ανήκει στην ελίτ, όπως πολλοί πιστεύουν. Πίσω  από τα λαμπερά φώτα και επί σκηνής, μιλάμε για ήρωες που εργάζονται σκληρά. 

Η όπερα, ως γνωστόν, έχει άμεση σχέση με την λογοτεχνία,την ποίηση, αλλά και τα παραμύθια. Σήμερα, ρεαλιστικά θέματα είναι αυτά που διατρέχουν τις σελίδες των βιβλίων, που απευθύνονται στα παιδιά και στους εφήβους. Θέματα όπως η βία, το διαζύγιο, τα ναρκωτικά. Θέματα βιώσημα και καθημερινά, όπως το περιβάλλον, η ανακύκλωση των σκουπιδιών, κ.ά. Αρκεί ο τρόπος να είναι αισιόδοξος, καθόλου μηδενιστικός, μη ξεχνώντας σε ποιές ηλικίες απευθυνόμαστε, με φαντασία “επί της πραγματικότητας” και βέβαια με χιούμορ. Η πρωτοτυπία επίσης,είναι το ζητούμενο, μια και όλα έχουν από καιρό και με διάφορους τρόπους, ειπωθεί.  

Όμως, ο τρόπος έχει μεγάλη σημασία, όπως και στις ανθρώπινες σχέσεις. Περισσότερο στα παιδιά, που σε αφήνουν μετεξεταστέο στην επικοινωνία, αν τους απευθύνεσαι “αφ’ υψηλού”, σα νάναι κατώτερα όντα, υποτιμώντας τη νοημοσύνη τους, ή υποκρινόμενος κάτι άλλο από αυτό που είσαι. /
Έχω μια μεγάλη αγάπη και έννοια για τα νέα παιδιά. Είμαι με το μέρος τους, σε ό, τι και αν προσπαθούν. Δεν συμφωνώ όμως, με τη βία και τον παραλογισμό, την γηπαιδοποίηση και τον θρασύδηλο τσαμπουκά, την κατάργηση αξιών και τον εκφυλισμό της ελληνικής γλώσσας, με την υιοθέτιση κομπιουτερίστικης νοοτροπίας και μόνο./ Και επειδή θα ξεχαστούν όλα αυτά , μόλις τους απορροφήσει το σύστημα, ας κρατήσουν αυτή την οργή για το δίκαιο και για το κοινό καλό. Όσο για μας τους ¨ασχημοπαπαγάλους¨ ας μη ξεχνάμε τον γνωστό στίχο του Λευτέρη Παπαδόπουλου…”Υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλυτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα”.
                                                
ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΕΩΡΓΑΚΑΡΑΚΟΥ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΣΚΕΥΗ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ


Στον Βασίλη Ρούβαλη για τις "Χοντρές Κυρίες"

Ο Δημήτρης Κάσσαρης κινείται -με άνεση- μεταξύ της όπερας και του παιδικού παραμυθιού. Μόνιμος συνεργάτης-τραγουδιστής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και συγγραφέας ικανού αριθμού βιβλίων, που απευθύνονται στις μικρές ηλικίες, νιώθει ότι έχει πολλά ερεθίσματα για να συνδυάζει και τα δύο.

«Για έναν άνθρωπο της καλής μουσικής, όπως θα διευκρίνιζα εγώ, κι ακόμη για έναν ανήσυχο καλλιτέχνη που βιώνει την άχρωμη πραγματικότητα, τα ερεθίσματα “κοχλάζουν” μέσα του», εξηγεί. Οσο κι αν φαίνεται παράξενος ο συνδυασμός, ισχυρίζεται ότι στην περίπτωσή του, «τον τραγουδιστή-μουσικό που γράφει παιδικά βιβλία», η σχέση ξεκίνησε από την εφηβεία και παραμένει εφηβική. «Οταν πρωτοδονήθηκα από τα “Κάρμινα Μπουράνα”, κλείστηκα σ’ ένα δωμάτιο, άναψα ένα κερί κι άρχισα να γράφω. Ο απόηχος εκείνης της πρώτης ακρόασης-συγγραφής με διακατέχει από τότε», λέει.

Το πιο πρόσφατο βιβλίο του, «Οι χοντρές κυρίες» (εικονογράφηση: Λήδα Βαρβαρούση, στις εκδόσεις «Κέδρος»), τιμήθηκε με έπαινο από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου. Δεν κρύβει την ικανοποίησή του λέγοντας ότι…απλώς νιώθω χαρά που κάνω ό,τι κάνω με κέφι κι αγάπη, όπως άλλωστε συμβαίνει με τη μουσική και το τραγούδι. Νιώθω τυχερός για αυτό το χάρισμα και που μέσα απ’αυτό, ζω τις μεγαλύτερες συγκινήσεις…στιγμές από δάκρια, γέλιο, ενθουσιασμό, αλλά και από τη χαρά στα μάτια των παιδιών, νά’ χουν τον συγγραφέα του βιβλίου τους μπροστά τους…Φράσεις όπως…”αξέχαστο θα μου μείνει το παραμύθι σας, κύριε”, που μου λένε συχνά παιδιά σε παρουσιάσεις βιβλίων μου, είναι από τις ωραιότερες στιγμές ενός συγγραφέα παιδικών βιβλίων.

«Απαιτείται, λοιπόν, από έναν συγγραφέα παραμυθιών η ευεξία, η αισιοδοξία, το χιούμορ, να διατρέχουν τις σελίδες μέσα από έναν λιτό κι απέριττο λόγο, με σωστό χειρισμό της γλώσσας και αποφυγή διδακτισμού», ενώ επισημαίνει ότι «ο ίδιος ο συγγραφέας πρέπει να πηγαίνει κοντά στα παιδιά και αν είναι και καλός αφηγητής, να τα ενεργοποιεί μέσα από την δημιουργική δράση».

– Θεωρείτε ότι το παιδικό βιβλίο στην Ελλάδα είναι σε επίπεδο ανταγωνιστικό σε σχέση μ’ άλλες χώρες που έχουν παράδοση στο είδος;

«Η Ελλάδα είναι αδύνατο ν’ ανταγωνιστεί χώρες με αρχέγονη παράδοση στα παραμύθια και στους θρύλους, όπως οι χώρες της Ανατολής για παράδειγμα. Συγκεκριμένα στην Κίνα, όπου το παραμύθι είναι συνυφασμένο με τη μακραίωνη Ιστορία της, ζουν -εκτός από τους Κινέζους- άλλοι 54 λαοί που ο καθένας διαθέτει τον δικό του αστείρευτο πλούτο παραμυθιών».

-Υπάρχει όμως στα καθ’ ημάς η αστείρευτη ελληνική μυθολογία, που είναι αρκετά υπολογίσιμη…

«Πράγματι, η Ελλάδα μπορεί να σταθεί περήφανη απέναντι από πολλές άλλες χώρες, όπως της Ευρώπης, που δεν διαθέτουν έναν Ομηρο με τα δύο παλαιότερα παραμύθια-έπη που έχουν γραφτεί, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Από τον Ομηρο ξεκινά η ελληνική λογοτεχνία. Η ελληνική μυθολογία, οι μύθοι του Αισώπου και η κατά τόπους ιδιωματική αφήγηση έθρεψαν ανά τους αιώνες και δημιούργησαν τη λαϊκή ζωντανή παράδοση. Εκεί βασίστηκαν και οι μετέπειτα δημιουργοί της νεανικής λογοτεχνίας, όπως η Πηνελόπη Δέλτα, ο Γρηγόρης Ξενόπουλος, η Ελλη Αλεξίου και άλλοι άξιοι θεμελιωτές της νέας εποχής της νεανικής λογοτεχνίας».
Θεωρεί, πάντως, ότι η συγγραφή ενός παραμυθιού είναι απαιτητική, χρειάζεται φαντασία και αφηγηματικές τεχνικές ώστε να προσελκύει τους λιλιπούτειους αναγνώστες.


Πόσο ερευνητές είστε;

Η έρευνα, η αναζήτηση, έχουν τις ρίζες τους βαθειά στο δέντρο τής περιέργειας. Οι καρποί, τα αποτελέσματα, βγαίνουν κάποτε ολάνθιστα στα φουντωμένα κλαριά της γνώσης. Ο Αινστάιν έλεγε: «Δεν έχω ιδιαίτερα ταλέντα. Απλώς είμαι εξαιρετικά περίεργος».

Υπήρξε άραγε άνθρωπος που σήκωσε τα μάτια του στ’αστέρια και δεν αναρωτήθηκε για την ύπαρξη ζωής οποιασδήποτε μορφής σε κάποιον άλλον πλανήτη; Υπήρξε άνθρωπος που δεν συγκλονίστηκε όταν πρωτοέμαθε ότι η ακτινοβολία των ουρανίων σωμάτων φτάνει ως εμάς σαν ένα φως από το παρελθόν;

Όπως περιγράφει και ο καθηγητής Γιώργος Γραμματικάκης στο βιβλίο του «Η Κόμη της Βερενίκης» : «Η ακτινοβολία αυτή είναι το φως που αποδεσμεύθηκε από την ύλη δισσεκατομμύρια χρόνια πριν και φτάνει σήμερα σε μας – ένα είδος απολιθώματος από το παρελθόν – από μακρινές περιοχές του Σύμπαντος. ΄Όπως η ζέστη σ’ένα σβησμένο τζάκι πιστοποιεί την ύπαρξη μιας λαμπρότατης φωτιάς στο παρελθόν».

Πιστεύω ότι ερευνητές γινόμαστε από τους μήνες της κυοφορίας μας, όταν ξαφνικά σαλεύοντας μέσα από τη μητρική κύστη, είναι σα να χτυπάμε την πόρτα του κόσμου, θέτοντας το πρώτο-πρώτο μας ερώτημα: «Ε, εσείς, τι είναι εκεί έξω»; Αυτό το ερώτημα δεν παύει να μας διακατέχει ώσπου εκεί που ανακαλύπτουμε πράγματα και θαύματα, απανωτές χιονοστιβάδες από νέα ερωτηματικά, αμφισβητήσεις και αναιρέσεις, έρχονται και μας περιλούζουν.

Τότε ίσως είναι και η στιγμή που το πρώτο εκείνο ερώτημα «Ε, εσείς, τι είναι εκεί έξω»; Μετατρέπεται σε «Ε, εγώ, ποιος είμαι εδώ μέσα»;.

 

Για να απαντήσω λοιπόν στο πολύ θεμελιώδες ερώτημά σας, μετά από εμπεριστατωμένες έρευνες ετών, η ταπεινότητά μου καταλήγει στο συμπέρασμα του μεγάλου αρχαίου φιλόσοφου Σωκράτη «εν οίδα, ότι ουδέν οίδα». Αυτό, για τα μεγάλα ζητήματα, τα βαθειά και πολύπλοκα. Γιατί για τα απλά, μικρά, όσο και σπουδαία, που κλείνουν μέσα τους όλο το θαύμα της ζωής, σας παραπέμπω σε μια άλλη φράση από το ποίημα «Αξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη: «Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας»!

Δημοσιεύτηκε στην ένθετη εφημερίδα  ‘’Ερευνητές’’ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ στις 9-4-2005